Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

~Χρήστος Μαθιουδάκης~

Ο Χρήστος Μαθιουδάκης γεννήθηκε και 

μεγαλώνει στην Αθήνα.

Ζεί απο την φωτογραφία, μα το μεγαλύτερο 

κομμάτι της ζωής του είναι η 

ποίηση.

Το “Κάποτε Έζησα” είναι η τέταρτη ποιητική 

συλλογή που εκδίδει ο ίδιος.




























Σάββατο, 2 Σεπτεμβρίου 2017

~Κατερίνα Λιάτζουρα~

Η Κατερίνα Λιάτζουρα γεννήθηκε στη Στουτγκάρδη της Γερμανίας, όπου και έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής της. Την εφηβεία της την πέρασε στο Βόλο. Ως φοιτήτρια του τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου έζησε κάποια χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Τα δύο της αγόρια τα γέννησε στην Αθήνα. Από το 2005 ζει στη Χαλκίδα και εργάζεται ως εκπαιδευτικός στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση Ευβοίας. Οι μεγάλες της αγάπες είναι η ποίηση και η φωτογραφία.







{ΡΟΜΦΑΙΑ}

Η ενατένιση του κόσμου
δίχως προσδοκία μιας άλλης ζωής
γεννάει παιδιά του παραλόγου. Τσιράκια.
Το θέαμα της Ιστορίας και των εγκλημάτων της
γεννά παιδιά εξεγερμένα.

Βούτηξα ξαφνικά στα ταραγμένα νερά του περιθωρίου και του εφήμερου.
Βρήκα χοντροκοπιά, αν όχι ευτέλεια
στην υπόρρητη επίκληση της υπερβατικότητας.
Υπερβατική είναι μόνο η αυθεντία
που σύρθηκε εδώ
κομίζοντας ρομφαία.
Δαφνοστόλιστη.




{ΘΡΙΑΜΒΙΚΑ ΕΓΚΑΥΜΑΤΑ}

Απομακρύνθηκα από όχθες
όπου θρίαμβος και μεγαλοστομίες
διασφαλίζουν δόξα και δοξασίες.
Νοσταλγική αθωότητα και ενοχική συνείδηση
κόσμος απλός, γεμάτος
το Απόλυτο της εφηβείας
με οδήγησαν στον λυρισμό
στη σοβαροφάνεια
και στην ψευδαίσθηση της αθανασίας.
Θριαμβικά εγκαύματα ενός μεθυσμένου ήλιου
φτιαγμένο από την αλμύρα της θάλασσας και το ελληνικό φως
δεν μένει άλλο
από το να βυθιστεί
σε αλλεπάλληλες περιπλανήσεις.
Όπου μόνο εικόνες
σκυθρωπών ηρώων της παιδικής μου ηλικίας συναντώ.

Κάποια μέρα άρχισα να σκέφτομαι.
Και σκέφτηκα να μην επιστρέψω από το Απόλυτο.









{ΦΩΝΕΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ}

Γέμισαν τ’ αυτιά φωνές.
Φωνές χωρίς πρόσωπα.
Ασώματες.
Στερεότυπα απαράλλακτα
χωρίς απροσδόκητα
χωρίς ενδεχόμενα
η φωνή του ανθρώπου
παραμορφώνεται
νοθεύεται
και τέλος τέλος ακυρώνεται.

Μια εφιαλτική εντύπωση σφηνώθηκε στον λογισμό μου.
Πως ο άνθρωπος θα εκλείψει.
Θα απομείνει μόνο η μιλιά
μηχανική
ηχογραφημένη
υπαγορευμένη
ξεκρέμαστη στον αέρα
δίχως στόμα, γλώσσα ή λαλιά
δίχως νόημα.
Κενή.




{ΜΟΡΦΕΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ}

Τύχη και άνεμος
δίνουν στα σύννεφα μορφή
ανθρώπινη η ψευδαίσθηση
να αναγνωρίζει γνώριμες φιγούρες.

Ένας κρανοφόρος μαυριδερός με κυνηγά στη μέση της πλατείας.
Δακρυγόνα μου θολώσανε τα μυαλά.
Λακέδες με στήσανε σε στάση Εσταυρωμένου.
Συγκαλυμμένα συντρόφια ψάχνουν στα σακίδια.
Ένα χέρι με ανασηκωμένο το μέσον των δακτύλων.
Ένας παχύδερμος έρποντας αρχηγός
γαλάζιος πράσινος κόκκινος πολύχρωμος.

Δεν ξέρω.
Εγώ πια βλέπω άχρωμα.









{ΗΛΙΟΦΩΤΗ ΠΕΤΡΑ}

Ηλιόφωτη πέτρα
απαρνιέται συνηθισμένες ιεραρχίες.
Πύρινο κράσπεδο
αμφισβητεί τους θεσμούς.
Κομμάτι μάρμαρο
τις αυθεντίες και τους κατά κανόνα
ιεροποιημένους κατόχους
της ηθικής.

Ξάφνου εμφανίστηκε η δύναμη του προφανούς
σαν φωτισμός της λογικής
σαν Αποκάλυψη της βούλησης.

Μια ρανίδα αίματος στην άσφαλτο.
Μου άνοιξε το κεφάλι.
Το μυαλό ξεχύθηκε.

Ο χρόνος σταμάτησε το δάκρυ.










Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

~Ανδρέας Παπάζογλου~

Ο Ανδρέας Παπάζογλου γεννήθηκε στις 10 το πρωί μιας Παρασκευής του 1986 στην Αθήνα. Πήγε σχολείο γιατί έπρεπε και το μίσησε. Σπούδασε ένα μάτσο αηδίες και τις μίσησε εξίσου. Διάβαζε Ανατριχίλες, Αλμανάκο και Σαΐνια ώσπου στα 14 μαγαρίστηκε ανεπανόρθωτα από τα "Νηπενθή" του Καρυωτάκη. Έκτοτε γράφει ποιήματα, πανικοβάλλεται τακτικά και κοιτάζει δραματικά τους τοίχους. Αγαπά τους Monty Python, το τζατζίκι, τον Τάσο Λειβαδίτη και το σκυλί του. Μισεί τα κουκούτσια, τα κόκκαλα, τις αμήχανες σιωπές και τα βιογραφικά σημειώματα.









(ΕΡΓΑΣΙΜΗ)

Δε ξέρω τι μου λες
Κι άντε γαμήσου


Εγώ αύριο πέρασα καλά

Δε ξέρω τι μου λες
Εγώ προσπάθησα



Μοίρασα την ζωή σε καρκίνο κι άλογα
Να μην χανόμαστε στα σταυροδρόμια


Βημάτισα ανόρεχτα για ώρες
Χαράζοντας δυο πόδια - αναχωρητές ξεδιάντροπους
Πάνω σε καζανάκια σχολικών τουαλετών
Κι εσώφυλλα σπυριάρικων και άδειων λευκωμάτων


Να μάθουν τις αλήθειες και οι επόμενοι


Γυμνός, χοντρός και άσχημος
Ρώτησα και ρωτήθηκα
Για όσα τυραννούν τους ήσυχους
Τους σάτυρους τους φθινοπωρινούς

Για την γυαλάδα των σβηστών ματιών
Την άλυτη θλίψη του ξεραμένου αίματος
Το γδάρσιμο της γάμπας της αξύριστης στον κρόταφο
Και για την κράμπα στο σαγόνι απ' τα θριαμβευτικά χασμουρητά

Κι αν δεν απάντησα η απάντησαν
Είναι γιατί δεν μάθαμε ποτέ να ευγνωμονούμε
Μόνο από φτυάρια μάθαμε
Ή να χασκογελάμε ενοχικά κάθε που πλένουμε αγγούρια

Σκίσε λοιπόν και πιες όσο προλάβεις

Ό,τι κι αν είπες, λες ή πεις
Εγώ αύριο έφυγα

Σαν κάτι που έφευγε καιρό, έφυγα
Αυτομολώντας ζόρικα
Προδίδοντας καιρούς παλιούς
Και θάλασσες ζωγράφων
Έτρεξα ατσούμπαλα και ίσια προς τα πάνω

Τρυπώντας φρενιασμένα
την ομφαλία αχλή μιας μέγαιρας στρατόσφαιρας
Νύσταξα
Γελάστηκα
Ξέχασα

Ξεχάστηκα

Τι έλεγα - α, ναι

Φαιδρός και μανιασμένος πυροβλήτης
Έκαψα τρύπες στ' ουρανού τη νυχτικιά
Να πάρουμε επιτέλους λίγο μάτι

Κάφτρα γλυκιά από τζούρα κερασμένη
Κάηκα
Μαύρισα
Έσταξα κι έπεσα στα μάτια μου
Να μάθω να θρηνώ απ' την αρχή

Κι έτσι για πλάκα
Αύριο πέθανα
Από πλήξη ή έρωτα πέθανα
Δεν ξέρω να σου πω
Δεν το θυμάμαι

Παράτα με πια

Σε δυο ώρες ξυπνάω
και το Μετρό έχει απεργία

Λυπήσου με



(ΑΚΙΝΗΤΟ)
Έχω ένα σπίτι για να ζω
Ένα τραπέζι
Δύο φτηνές καρέκλες

Και δυο γυμνά παράθυρα 
με θέα στην Αφροδίτη

Πρόστυχη γωνιά στα χωράφια του πλανήτη
Δύσκολα βράδια
Κίτρινοι καιροί
Ούζο και τηλεμάρκετινγκ

Τις ώρες του πνιγμού έρχονται πάντα επισκέπτες

Βλάσφημες, ανάπηρες παρομοιώσεις στον διάδρομο
Καπνός στα μάτια
Μία Τετάρτη ή Κυριακή λιπόθυμη στο μπάνιο 
Κι ο ταπεινός αγγελιοφόρος μιας ανθρωπότητας
Γλυκιάς
Πονετικής και ασφυκτιούσας
Στην κουζίνα μου

Γλυκά, πονετικά να γλύφει τα μαχαίρια


Και δεν μου λείπεις εσύ 

Μου λείπει εκείνη η αχόρταγη σιωπή μετά την καταιγίδα
Τα γυάλινα μάτια μιας εποχής 
Άτσαλα ερωτευμένης με τα πάντα
Κι εκείνος σου ο πρόστυχος ο αντίχειρας 
Που αδιάφορα γυρνούσε τα γρανάζια της ζωής μου

Κι έτσι μέρες περνούν, μήνες ή εβδομάδες

Ξεχνάω ανθρώπους και γενέθλιες γιορτές
Γύρω οι σοβάδες στάζουν 
Τα σκουπίδια εξαγριώνονται
και χιμάνε στον λαιμό μου
κάθε που πάω να κοιμηθώ
Θόρυβος και φαγούρα
Τοίχοι πάντα λευκοί ή μπεζ
Πλήκτρα σπάνε
Νεύρα σπάνε
Σκυλιά γαυγίζουν
Παιδιά γαυγίζουν

Και το ταβάνι 

Τρίζει αδιάφορα
Λυμαίνοντας τa τραγούδια των βροχών



(ΔΙΑΚΕΝΟ)

Δεν είναι που λείπει
Ή που είναι εδώ

Είναι πάντα το κοντοζύγωμα 

Και οι αργοσάλευτες απομακρύνσεις
Που σκίζουν 
Που αντηχούν 
Βαθιά
Κάθε φορά 
Πρώτη φορά
Κάθε φορά 
Πρώτη φορά

Λες και νηστέψαμε ποτέ 

Από αναφιλητά
Από βουβά επιφωνήματα
Ή από ξημερώματα μανιακά

Μα ή τέχνη της αναπνοής

Εκείνης της βαθιάς 
Της απροκάλυπτα καθαρτικής
Μας διαφεύγει
Όταν γυρνούν ερήμην μας
Κλειδιά, εποχές και πόμολα

Και ξέρουμε μονάχα πως φεύγει, τότε

Ή, αλοίμονο, πως έρχεται

Και μένουμε εκεί

Όρθιοι
Ατελείωτοι
Άπνοοι
Στατικοί
Πέτρωμα αδιάφορο
Βραδυφλεγές
Στο κέντρο του πλανήτη
Πάνω απο το νιπτήρα
Ή στο καθιστικό

Κάποτε τελειώνει

Κι ύστερα πάλι λείπει
Ή είναι πάλι εδώ
Μπορούμε επιτέλους να πιούμε
Και ν' αποκοιμηθούμε

Γαμημένοι αρχάριοι









Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

~Βαγγέλης Κοκκάρης~

Ο Βαγγέλης Κοκκάρης γεννήθηκε το 1996 και σπουδάζει στο τμήμα φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί ηλεκτρονικά στο περιοδικό ''Θράκα''. Ζει στην Επανομή Θεσσαλονίκης.






(Η χρονοκάψουλα)
Γράφουμε τις ιδέες μας σε λευκές κόλλες χαρτί,
τις οποίες βάζουμε σε πλαστικά μπουκάλια
και
τα πετάμε σε άγνωστες θάλασσες με δείκτες,
για να τα βρει κάποιο παιδάκι στην απέναντι όχθη.

Όμως τα μπουκάλια τσακίζονται.
Τσακίζονται σε βράχια και σπάνε.
Λιώνει το χαρτί.
Τα γράμματα επιπλέουν στο νερό.
Παλεύουν με τα κύματα.
Προσπαθούν να κρατηθούν στη ζωή.

Με κόπο φτάνουν στην άλλη όχθη.
Έχουν σχηματίσει δικές τους λέξεις.
Το παιδάκι τις βλέπει.
Τις διαβάζει.
Μισοχαμογελά.
Τις σκίζει.
Αρχίζει να ζει.






(Ανα)πνοή

Κρατάμε την αναπνοή μας με τα χέρια μας μη τυχόν και μας φύγει.
Όσο και να μας φωνάζει δεν ακούμε.
Νομίζουμε ότι την προστατεύουμε.
Χτυπάει τα χέρια μας, μα δεν το νοιώθει κανείς.
Τα χείλη της σκίζονται απ’ τις φωνές,
μα μόνο αντίλαλο κάνουν οι κραυγές της μέσα στις παλάμες μας.
Τελικά, η αναπνοή χάνει το νόημα της ύπαρξης της.
Ξαφνικά, τα χέρια μας μένουν άδεια.

Αλήθεια, έχετε αναρωτηθεί ποτέ αν
η ψυχή μας ειν’ ελαφριά;







(Άτιτλο)
Ένα παιδί μέσα στη νύχτα παίζει κιθάρα….
Και στον νυχτερινό ουρανό

δημιουργούνται νησιά από καρδιές ζωγραφισμένες.

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

~Ρούλα Ερμείδη~

Η Ρούλα Ερμείδη γεννήθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου του 1982 και μεγάλωσε στα Καλάβρυτα. Σπούδασε Μάρκετινγκ και Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Αμερικανικό Κολέγιο της Ελλάδος και έζησε για κάποια χρόνια στην Αθήνα. Για ένα διάστημα εργάστηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού. Το 2010 επέστρεψε στα Καλάβρυτα όπου ζει πλέον μόνιμα και εργάζεται στην οικογενειακή βιοτεχνία γλυκών και ειδών ζαχαροπλαστικής “Ερμείδης” . Η ποίηση την κέρδισε το 2014 (οριστικά) όπου και έγραψε το πρώτο της ποίημα. Αν και ρεαλίστρια, παραμένει ονειροπόλα... Πιστεύει στην ανθρώπινη αλληλεγγύη και ακόμα πως η μεγαλύτερη αξία για τον άνθρωπο είναι η αγάπη και η δύναμη αυτής...! Αν υπάρχει κάποια ελπίδα ο κόσμος μας να αλλάξει προς το καλύτερο, τότε μόνο η αγάπη έχει την δύναμη να το πετύχει!











(ΆΛΙΚΟ)
Το χρώμα που ζωγραφίζεις το είναι μου
Βαθύ όσο ο πόθος μας
Πορφυρό σαν το δειλινό
Κατακόκκινο όπως η φωτιά
Λέξεις βαμμένες με άλικο χρώμα
στοιχίζονται αυστηρά
μέχρι να έρθει η ώρα να παραδοθούν
στην αταξία που τους προκαλείς
Ενδόμυχες σκέψεις
όμοια,
έτοιμες να ξεγυμνωθούν
στα μάτια σου μπροστά
αποζητούν ευλαβικά να αφεθούν
στην παλίρροια της ηδονής
στο πολυπόθητο ταξίδι του έρωτα
να βουτήξουν στο βυθό της ψυχής σου
να εξαγνιστούν...
Άλικη πορφύρα
Χρωμάτισέ με όσο θες!
Σμίλεψέ με την αλμύρα της θάλασσας σου
Και θα με έχεις κάνει για πάντα δική σου.





(ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ)

Να γινόμουν μια στιγμή χαρταετός
πριν σκεφτώ στο φως να σ’ αγγίξω
στην δροσιά του αέρα
ν’ ανασάνει ο χρόνος

παιδικά χαμόγελα να σκορπίσουν
ψηλά στις αυλές του μέλλοντος
που το χώμα πετρώνει

εκεί που η ιστορία
υγροποιείται και χύνεται
άφησε έναν πολύχρωμο χαρταετό
λύσε την κλωστή στων χειλιών σου την άκρη
και δες τον κόσμο ν’ αλλάζει.






(ΜΝΗΜΗ ΑΙΩΝΙΑ ΜΟΥΣΑ)

Με ακούσιες κινήσεις
ρυθμικά σμιλεύεις τον χρόνο
Αιφνίδιο πόνο εγγίζεις
στο σώμα της μνήμης.
Cistus incanus λουλούδι πικρό
των νεκρών συντροφεύει τα σώματα
καθώς στοιβάζονται
πιστά αντίγραφα απουσίας.
Αναμνήσεις ασπρόμαυρες
ξεγλιστρούν σαν σκιές στον καθρέφτη
Θραύσματα μιας οδύνης αλλιώτικης
που ποτέ δεν τελειώνει.
Μνήμη η αιώνια Μούσα!





(ΕΚΕΙ ΘΑ ΜΕ ΒΡΕΙΣ)

Ήρθε ο χειμώνας.
Καιρός να ντύσεις την μοναξιά σου.
Η ψυχή σου να παραμείνει ζεστή
μακριά από τις θύελλες και τους ανέμους
που θα την ξυπνήσουν και θα την ξεγυμνώσουν.

Μόνο τα δάκρυα της βροχής να δεχθείς
να σου ξεπλύνουν τις πληγές
και ύστερα σαν βάλσαμο να ακουμπήσουν εκεί
να μαλακώσουν όλα όσα καλά κρυμμένα
χαράζουν την ψυχή σου.

Ντύσε την μοναξιά σου και θα με βρεις εκεί
το ίδιο όνειρο να ζούμε χωριστά κάθε φορά
όμως εγώ θα σου κρατώ το χέρι
να μείνει το όνειρο εδώ να μας ζεσταίνει
τους ίδιους πόθους και λαχτάρες να αντικρίζουμε μαζί
τα ίδια λάθη, τις ίδιες σκέψεις, την ίδια μοναξιά.
Μέχρι μια δυνατή βροχή να τα ξεπλύνει όλα
να πάρει μαζί της τους φόβους
και τον πόνο που σκέπασε την ψυχή μας
να αφήσει γυμνό το βλέμμα σου
να δει μέσα μου την αλήθεια όπως την πρώτη φορά,
έτσι και κάθε φορά.

Ντύσε την μοναξιά σου και θα με βρεις εκεί.




Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

~Ειρήνη Ιωαννίδου~

Η Ειρήνη Ιωαννίδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη ( 1967) όπου και ζει. Απόφοιτος του τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και φιλολογίας της Φιλοσοφική σχολής του ΑΠΘ.  Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές , η τελευταία ''Σώμα Δρομολόγιο''  (2016), εκδόσεις  Σαιξπηρικόν. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα ηλεκτρονικά περιοδικά Ποιείν,  Θράκα, Φρέαρ  και στα περιοδικά Εντευκτήριο, Εμβόλιμον και Αίτιον.





ΣΩΜΑ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ (Εκδόσεις Σαιξπηρικόν 2016)

1.ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Πότε ήρθε η ώρα δεν κατάλαβα
Μια συγκομιδή δεν αρκεί
ούτε ένα κίτρινο λιβάδι ιδεών
Τα είπαμε όλα ή σχεδόν
σε παθητικούς χρόνους
σε ενεργητική φωνή, αλλά όχι διάθεση


Το πρωινό ρίγος θα με βρει
περίπου στις έξι και μισή.
Θα προσποιηθώ ότι χωράω
στα παλιά αθλητικά
στις χοντρές μάλλινες κάλτσες


Το ρολόι χτυπάει ανελέητα
Ξεκούρδιστη χορεύτρια
με τα χέρια σου στα μαλλιά μου


σπασμένα







2.ΠΑΡΑΛΙΑΚΗ ΛΕΩΦΟΡΟΣ
Παγωμένη λίμνη κάτω από τα πόδια
πάλι από μανίκι γραπώνεσαι


Δείξε μου τώρα
εκείνη την πιρουέτα


Θα σε ακολουθώ όπως πάντα στις μύτες
πρώτα όμως
κατέβασε κάτω τα σκουπίδια –


η σκάλα γλιστράει  Είμαστε μιούζικαλ τελικά













3.ΑΚΡΥΛΙΚΟ

Ένα μήλο
κομμένο στη μέση
Δείπνο
με ακρυλικό
Λειώνει το πιάτο
δίπλα στα δάχτυλα


Ευτυχώς η θέα
-θυμάσαι τότε που σου έλεγα:
«θα μου λείψουν
τα φώτα απέναντι»
τη γλίτωσε
Τώρα, δε θα χρειαστώ
την αφίσα με το γαλάζιο του Ματίς


Τι και αν γκρέμισες τους τοίχους
Εγώ την υγρασία τις νύχτες
τη μυρίζω ακόμη:
στο σκοτάδι
στα κοιλώματα των εσωτερικών τοίχων,
στην υδρορροή που στάζει


Στο στόμα σου


Δεν θα μετρήσω
σε πόσες συλλαβές
θα με καταπιείς




4.ΤΟΠΙΟ
  
Όλη νύχτα ούρλιαζε
ο αέρας
κάρφωνε την ακοή στο ψιλόβροχο
Να βγεις έξω ξυπόλητος
δίχως ανάσα
Να μαζέψεις τα φύλλα χούφτες
να τα φορέσεις


Δυο φορές γύρισε
γύρω από το λαιμό του το λουρί
Άτιμο σκυλί
την άλλη φορά θα σε αφήσω
Να μάθεις
να ελέγχεις τους φόβους


Έτσι είναι η ζωή
δεν γλιστράνε τα βήματα
αλυσίδες σέρνουν
χλιμιντρίζουν μόλις τεντωθεί το σχοινί
Μέχρι να βγεις απέναντι
σε τόπο


Τοπίο αναγεννησιακό
Γαλάζια συννεφάκια και τα συναφή







  

1. ΜΩΣΑΙΚΟ


Τσιμέντο ρίχνεις στο νερό να είναι στεγανά τα διάσελα, απλώνεις την πραμάτεια σου στο φως, ένα λευκό λινό, ένα φιδάκι ασημένιο στο δάχτυλο, ενθύμιο. Σχίζεται η φλούδα, ώριμος καρπός μέσα στο στόμα η αγάπη. Ράβεις ένα σκισμένο πανωφόρι, ξεφτίζει η ραφή, μια λίρα κάλπικη χτυπάει στο μωσαικό κι ανοίγουνε τα χέρια στον αντίλαλο. Την μοναξιά σταυρώνεις με γλυκόλογα, στην αγκαλιά ένα αδράχτι ματωμένο. Σφιχτοδεμένο το κορμί από το νήμα, να ισιώσει η μοίρα σου, να είναι ευθύ το βλέμμα, όταν τα βλέφαρα ανοίξουν.








2. ΜΙΑ ΚΛΩΣΤΗ ΑΚΟΜΗ


Δεν με χωράει πια το σώμα, χλωρό σεντόνι να μου στρώσεις, μια σαθρή αγάπη να αποθέσω. Στην φτέρνα με πληγώνει και εγώ την μακαρίζω. Ανάβω το καντήλι, στάζω ροδόσταμο στο στόμα, κόβω τον άρτο ημών. Χρόνια σου έπλεκα την πρόφαση ''τον επιούσιον'' και λίγο όνειρο να το τυλίξεις στον λαιμό. Σου λέω - χαίτη δώσε μου να κρατηθώ, ένα χασάπικο πριν ξημερώσει, ένα βελόνι δίπλα στους βίους των αγίων. Με τις παλάμες θα ξορκίσω την ζωή, τον θάνατο με των ποδιών το τέντωμα θα καβαλήσω. Μια κλωστή θέλω ακόμη.
Στο λευκό που θα γαριάσει, εκεί θα οσμώνεται η θύμηση μου.

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

~Γλυκερία Μπασδέκη~

H Γλυκερία Μπασδέκη γεννήθηκε στη Λάρισα το 1969 . Zει στην Ξάνθη.
Γράφει ποίηση, (τελευταία συλλoγή : Η Θεόδωρος Κολοκοτρώνης , Bibliotheque 2016) και θέατρο (τελευταίο θεατρικό : Oι Κόρες ,σκην. Bijoux de kant ,Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου ,2017)











Αυτό το καλώδιο είναι το τελευταίο πράγμα που μας συνδέει ακόμη

αύριο δεν θα μας συνδέει κανένα καλώδιο
αύριο θα πεθάνει ο γκράχαμ μπελ
αύριο θα γυρίσουμε στη μεγάλη σπηλιά
θα φοράω τη γούνα που έγδαρες
θα σε περιμένω με τα δεκατρία παιδιά μου
θα παρακαλάω να’ναι όλα δικά σου
αύριο θα πεθάνει η σταθερή τηλεφωνία
αύριο θα πεθάνουν τα άι φον
αύριο θα’χουμε τη μεγάλη κηδεία
χωρίς καλώδια
χωρίς οπτικές ίνες
η γούνα θα είναι ζεστή
θα μπουσουλάω στα τέσσερα
τα παιδιά θα πεινάνε
η σπηλιά δε θα μας χωράει
θα βγούμε έξω
έξω θα’ναι ο λύκος
έξω θα’ναι η αρκούδα
θα χορεύουμε πόλκα στην κηδεία του εφευρέτη
θα ζωγραφίζουμε τηλέφωνα με μωβ κορδέλλες
θα με λένε το Κορίτσι χωρίς Καλώδιο
θα με λένε η Γυναίκα με τα δεκατρία παιδιά
θα με λένε Μαύρη Ντριν
Θα με λένε Μαύρη Ντραν
θα με λένε Αλό,ιζ ενιμπόντι δέαρ;
αύριο δε θα’χουμε πολιτισμό
αύριο θα’μαι λιγότερο γενναία

-αύριο δεν θα μας συνδέει κανένα καλώδιο


πονάει ο λαιμός μου
έκλεισε ο λαιμός μου
ένας βράχος σφήνωσε στο λαιμό μου
έχει κατολίσθηση απόψε κι είναι ωραία
μην κλείσεις!
έχω κρατήσει λίγο καλώδιο
ίσα ίσα να περνάει μέσα απ΄τα βράχια
τι βράχια απόψε!
συγνώμη που μιλάω λίγο περίεργα
συγνώμη που καπνίζω δέκα πακέτα
συγνώμη που καπνίζω σαν πούστης
συγνώμη που έκλεισε η φωνή μου
έχω ένα βράχο μες στο λαιμό μου
έχω φωνητικές χορδές του κώλου
συγνώμη που ακούγομαι σαν καμπαρετζού
συγνώμη που σου σκοτίζω την Παναγία
-είναι ο βράχος ,αυτός τα κάνει
μέριασε βράχε να διαβώ
το κύμα απάνωθέ μου
θε μου
θε μου
Θε μου σώσε με
Θε μου πάρε το βράχο
απειλείται η φωνή μου
απειλείται η σχέση μου
απειλείται το κόκκινο νυχτικό μου
απειλείται το σετ μεταξωτά εσώρουχα/σουτιέν-κυλότα
απειλούμαι
χάνω τη φωνή μου
Χάνω την τραχεία
χάνω το φάρυγγα
χάνω την έσω λαρυγγική
σε χάνω απόψε-
μην
μην
μην κλείσεις

-αύριο δεν θα μας συνδέει κανένα καλώδιο

(απόσπασμα από τη συνομιλία με την Ανθρώπινη φωνή του Κοκτώ,για μια περφόρμανς της bijoux de kant )