Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

~Ειρήνη Ιωαννίδου~

Η Ειρήνη Ιωαννίδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη ( 1967) όπου και ζει. Απόφοιτος του τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και φιλολογίας της Φιλοσοφική σχολής του ΑΠΘ.  Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές , η τελευταία ''Σώμα Δρομολόγιο''  (2016), εκδόσεις  Σαιξπηρικόν. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα ηλεκτρονικά περιοδικά Ποιείν,  Θράκα, Φρέαρ  και στα περιοδικά Εντευκτήριο, Εμβόλιμον και Αίτιον.





ΣΩΜΑ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ (Εκδόσεις Σαιξπηρικόν 2016)

1.ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Πότε ήρθε η ώρα δεν κατάλαβα
Μια συγκομιδή δεν αρκεί
ούτε ένα κίτρινο λιβάδι ιδεών
Τα είπαμε όλα ή σχεδόν
σε παθητικούς χρόνους
σε ενεργητική φωνή, αλλά όχι διάθεση


Το πρωινό ρίγος θα με βρει
περίπου στις έξι και μισή.
Θα προσποιηθώ ότι χωράω
στα παλιά αθλητικά
στις χοντρές μάλλινες κάλτσες


Το ρολόι χτυπάει ανελέητα
Ξεκούρδιστη χορεύτρια
με τα χέρια σου στα μαλλιά μου


σπασμένα







2.ΠΑΡΑΛΙΑΚΗ ΛΕΩΦΟΡΟΣ
Παγωμένη λίμνη κάτω από τα πόδια
πάλι από μανίκι γραπώνεσαι


Δείξε μου τώρα
εκείνη την πιρουέτα


Θα σε ακολουθώ όπως πάντα στις μύτες
πρώτα όμως
κατέβασε κάτω τα σκουπίδια –


η σκάλα γλιστράει  Είμαστε μιούζικαλ τελικά













3.ΑΚΡΥΛΙΚΟ

Ένα μήλο
κομμένο στη μέση
Δείπνο
με ακρυλικό
Λειώνει το πιάτο
δίπλα στα δάχτυλα


Ευτυχώς η θέα
-θυμάσαι τότε που σου έλεγα:
«θα μου λείψουν
τα φώτα απέναντι»
τη γλίτωσε
Τώρα, δε θα χρειαστώ
την αφίσα με το γαλάζιο του Ματίς


Τι και αν γκρέμισες τους τοίχους
Εγώ την υγρασία τις νύχτες
τη μυρίζω ακόμη:
στο σκοτάδι
στα κοιλώματα των εσωτερικών τοίχων,
στην υδρορροή που στάζει


Στο στόμα σου


Δεν θα μετρήσω
σε πόσες συλλαβές
θα με καταπιείς




4.ΤΟΠΙΟ
  
Όλη νύχτα ούρλιαζε
ο αέρας
κάρφωνε την ακοή στο ψιλόβροχο
Να βγεις έξω ξυπόλητος
δίχως ανάσα
Να μαζέψεις τα φύλλα χούφτες
να τα φορέσεις


Δυο φορές γύρισε
γύρω από το λαιμό του το λουρί
Άτιμο σκυλί
την άλλη φορά θα σε αφήσω
Να μάθεις
να ελέγχεις τους φόβους


Έτσι είναι η ζωή
δεν γλιστράνε τα βήματα
αλυσίδες σέρνουν
χλιμιντρίζουν μόλις τεντωθεί το σχοινί
Μέχρι να βγεις απέναντι
σε τόπο


Τοπίο αναγεννησιακό
Γαλάζια συννεφάκια και τα συναφή







  

1. ΜΩΣΑΙΚΟ


Τσιμέντο ρίχνεις στο νερό να είναι στεγανά τα διάσελα, απλώνεις την πραμάτεια σου στο φως, ένα λευκό λινό, ένα φιδάκι ασημένιο στο δάχτυλο, ενθύμιο. Σχίζεται η φλούδα, ώριμος καρπός μέσα στο στόμα η αγάπη. Ράβεις ένα σκισμένο πανωφόρι, ξεφτίζει η ραφή, μια λίρα κάλπικη χτυπάει στο μωσαικό κι ανοίγουνε τα χέρια στον αντίλαλο. Την μοναξιά σταυρώνεις με γλυκόλογα, στην αγκαλιά ένα αδράχτι ματωμένο. Σφιχτοδεμένο το κορμί από το νήμα, να ισιώσει η μοίρα σου, να είναι ευθύ το βλέμμα, όταν τα βλέφαρα ανοίξουν.








2. ΜΙΑ ΚΛΩΣΤΗ ΑΚΟΜΗ


Δεν με χωράει πια το σώμα, χλωρό σεντόνι να μου στρώσεις, μια σαθρή αγάπη να αποθέσω. Στην φτέρνα με πληγώνει και εγώ την μακαρίζω. Ανάβω το καντήλι, στάζω ροδόσταμο στο στόμα, κόβω τον άρτο ημών. Χρόνια σου έπλεκα την πρόφαση ''τον επιούσιον'' και λίγο όνειρο να το τυλίξεις στον λαιμό. Σου λέω - χαίτη δώσε μου να κρατηθώ, ένα χασάπικο πριν ξημερώσει, ένα βελόνι δίπλα στους βίους των αγίων. Με τις παλάμες θα ξορκίσω την ζωή, τον θάνατο με των ποδιών το τέντωμα θα καβαλήσω. Μια κλωστή θέλω ακόμη.
Στο λευκό που θα γαριάσει, εκεί θα οσμώνεται η θύμηση μου.

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

~Γλυκερία Μπασδέκη~

H Γλυκερία Μπασδέκη γεννήθηκε στη Λάρισα το 1969 . Zει στην Ξάνθη.
Γράφει ποίηση, (τελευταία συλλoγή : Η Θεόδωρος Κολοκοτρώνης , Bibliotheque 2016) και θέατρο (τελευταίο θεατρικό : Oι Κόρες ,σκην. Bijoux de kant ,Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου ,2017)











Αυτό το καλώδιο είναι το τελευταίο πράγμα που μας συνδέει ακόμη

αύριο δεν θα μας συνδέει κανένα καλώδιο
αύριο θα πεθάνει ο γκράχαμ μπελ
αύριο θα γυρίσουμε στη μεγάλη σπηλιά
θα φοράω τη γούνα που έγδαρες
θα σε περιμένω με τα δεκατρία παιδιά μου
θα παρακαλάω να’ναι όλα δικά σου
αύριο θα πεθάνει η σταθερή τηλεφωνία
αύριο θα πεθάνουν τα άι φον
αύριο θα’χουμε τη μεγάλη κηδεία
χωρίς καλώδια
χωρίς οπτικές ίνες
η γούνα θα είναι ζεστή
θα μπουσουλάω στα τέσσερα
τα παιδιά θα πεινάνε
η σπηλιά δε θα μας χωράει
θα βγούμε έξω
έξω θα’ναι ο λύκος
έξω θα’ναι η αρκούδα
θα χορεύουμε πόλκα στην κηδεία του εφευρέτη
θα ζωγραφίζουμε τηλέφωνα με μωβ κορδέλλες
θα με λένε το Κορίτσι χωρίς Καλώδιο
θα με λένε η Γυναίκα με τα δεκατρία παιδιά
θα με λένε Μαύρη Ντριν
Θα με λένε Μαύρη Ντραν
θα με λένε Αλό,ιζ ενιμπόντι δέαρ;
αύριο δε θα’χουμε πολιτισμό
αύριο θα’μαι λιγότερο γενναία

-αύριο δεν θα μας συνδέει κανένα καλώδιο


πονάει ο λαιμός μου
έκλεισε ο λαιμός μου
ένας βράχος σφήνωσε στο λαιμό μου
έχει κατολίσθηση απόψε κι είναι ωραία
μην κλείσεις!
έχω κρατήσει λίγο καλώδιο
ίσα ίσα να περνάει μέσα απ΄τα βράχια
τι βράχια απόψε!
συγνώμη που μιλάω λίγο περίεργα
συγνώμη που καπνίζω δέκα πακέτα
συγνώμη που καπνίζω σαν πούστης
συγνώμη που έκλεισε η φωνή μου
έχω ένα βράχο μες στο λαιμό μου
έχω φωνητικές χορδές του κώλου
συγνώμη που ακούγομαι σαν καμπαρετζού
συγνώμη που σου σκοτίζω την Παναγία
-είναι ο βράχος ,αυτός τα κάνει
μέριασε βράχε να διαβώ
το κύμα απάνωθέ μου
θε μου
θε μου
Θε μου σώσε με
Θε μου πάρε το βράχο
απειλείται η φωνή μου
απειλείται η σχέση μου
απειλείται το κόκκινο νυχτικό μου
απειλείται το σετ μεταξωτά εσώρουχα/σουτιέν-κυλότα
απειλούμαι
χάνω τη φωνή μου
Χάνω την τραχεία
χάνω το φάρυγγα
χάνω την έσω λαρυγγική
σε χάνω απόψε-
μην
μην
μην κλείσεις

-αύριο δεν θα μας συνδέει κανένα καλώδιο

(απόσπασμα από τη συνομιλία με την Ανθρώπινη φωνή του Κοκτώ,για μια περφόρμανς της bijoux de kant )



Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

~Μάνος Ναρασλής~

Ο Μάνος Ναρασλής γεννήθηκε το 1990 στη Θεσσαλονίκη. Ξεκίνησε να αρθρώνει δημόσιο λόγο σε ηλικία 20 ετών και συνεχίζει μέχρι σήμερα.



{Τυρβώδης αλήθεια } Να ήμουν μια στάλα ιδρώτα στον λαιμό σου.
Να κατρακυλούσα στο κορμί σου,
χαράζοντας την επιδερμίδα σου,
αυλακώνοντας το μυαλό σου,
να γινόμουν ενοχή.
Και ας κατέληγα γυμνή, ταπεινωμένη,
να σκάω στο χώμα σαν αλήθεια ξεχασμένη,πρόστυχη,
σαν εκείνη την ανάμνηση που όσο και αν θέλεις να ξεχάσεις
σε κατακτά τις νύχτες.





{Πέντε φορές το πάθος για να γίνει ενοχή } Εγώ είμαι το πάθος και η αμαρτία,
οι σκέψεις οι πρόστυχες νυχτων σιωπής,
οι πράξεις φόβου και ενοχής.
Εγώ είμαι το πάθος και η αμαρτία,
στάζω από τα χείλη σου στα λόγια τα ανείπωτα.
Κρύβομαι στα χαμόγελα,
ρέω στις πληγές,
χαράζω τις μνήμες σου.
Εγώ είμαι το πάθος και η αμαρτία.
Γεννώ τους οργασμούς, ξυπνώ τις πιο άγριες ορμές σου.
Εγώ είμαι το πάθος και η αμαρτία.
Γίνομαι ό,τι φοβήθηκες και ό,τι από το φόβο σε λυτρώνει.
Εγώ είμαι το πάθος και η αμαρτία.
Έτσι κερδίζω την αθανασία μου,
μέσα από εσένα.

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

~Ιωάννα Γκανέτσα~

Η Ιωάννα Γκανέτσα γεννήθηκε καταχείμωνο του ’81, στη Λάρισα, μα στην καρδιά της είναι πάντα καλοκαίρι. Είπαν από νωρίς οι δάσκαλοι στη μάνα της πως έγραφε καλά, αλλά δεν φαντάστηκε πως είχε σημασία και της το ‘κρυψε. Τι το θες! Εκεί γύριζε πάντα, γύρω από τις λέξεις και τις σκέψεις της. Τις έκοβε και τις έραβε, να γίνονται συναισθήματα που κατάσαρκα φορούν οι άνθρωποι. «Ο έρωτας δε θέλει τίτλο» (εκδόσεις bookstars) δήλωσε με το πρώτο της βιβλίο κι επιμένει να μη ζει για τους τίτλους. Μήτε συγγραφέας, μήτε ποιήτρια. Μια εραστής της τέχνης κι όπου τη βγάλει. Κείμενά της φιλοξενούνται στο thessalonikiartsandculture.gr, καθώς και στη σελίδα της στο facebook: Ιωάννα Γκανέτσα – Ο Έρωτας Δε Θέλει Τίτλο https://www.facebook.com/gkanetsa/.






[Πολική νύχτα](πρώτη δημοσίευση)
Θήλασες τις αχτίδες του ήλιου
μ’ επιθυμία και

γαλούχησες τ’ αστέρια της νύχτας
με ηδονή.

Κι έμαθαν οι επιθυμίες
να μην κοιμούνται.

Και βάλθηκε η ψυχή
να περιμένει.

Από τότε, αργεί να ξημερώσει.






[Μετουσίωση]

Με τις σκέψεις μπλεγμένα κουβάρια,
στο λαβύρινθο του μυαλού κινώ τα νήματα.

Υφαίνω όνειρα και μεταποιώ
τα σιωπηρά συναισθήματα σε πράξεις.

Μεταβάλλω την επιθυμία σε φως,
να βλέπεις την αλήθεια καθώς έρχεσαι.

Μετατρέπω την ανάγκη σε χάρτη κι
αφήνω σημάδια στον ορίζοντα.

Μεταμορφώνω τους πόθους σε βήματα
ενώ μετρώ τις αποστάσεις του έρωτα.

Μεταπλάθω το σώμα σε λίκνο,
να βρουν να κοιμηθούν οι φόβοι σου.

Τροποποιώ τις αναστολές. Τις κάνω προσταγές.
Έλα. Μείνε. Νιώσε. Μην αργείς.

Αύριο θα πρέπει να τα κάνω όλα απ’ την αρχή.
Δεν θέλω άλλη αναβολή. Θέλω μετουσίωση.

Το εγώ και το εσύ στο εμείς.
Το μετά είναι η ουσία.




[Άτιτλες στιγμές ποίησης] από την προσωπική σελίδα της Ιωάννας Γκανέτσα στο facebook: https://www.facebook.com/gkanetsa/

Κι όσοι σ’ αγάπησαν, δεν φοβήθηκαν.
Ήρθαν νύχτα, λουσμένοι με φως και
φίλησαν το σκοτάδι σου, σαν να ‘ταν
η πιο λαμπερή μέρα του κόσμου.
Και ήταν.

—————————————————

Στον λαιμό της λήθης
κρύβω ένα φιλί για καληνύχτα.
Έτσι, για να θυμάσαι,
πόσο επιθυμούν οι αισθήσεις
και πόσο πονά η απουσία.

—————————————————


Οι έρωτες που δεν διαβαίνουν τη στιγμή,
δεν ταξιδεύουν στη θάλασσα του χρόνου.
Γαντζώνονται στα τείχη που υψώνουν οι φόβοι
και γίνονται αλμύρα που καίει τα χείλη.

——————————————————

Κάθε φορά που μου ‘δινες λέξεις,
εγώ τις πετούσα στη θάλασσα.
«Γίνε συναίσθημα», σου ‘λεγα «κι εκείνες,
θα βρουν το δρόμο να γίνουν ποίημα».

—————————————————
Σβήσε το φως. Δεν θα 'ρθει.
Οι παρ' ολίγον έρωτες δεν γιορτάζουν σήμερα.
Μες στις αόρατες φυλακές τους θρηνούν
τον σπασμό που δεν έζησαν.

—————————————————

«Εσύ είσαι ΕΣΥ», μου ‘πες
και κάρφωσες τα γράμματα στον τοίχο.
Κι όσο περισσότερο με λάτρευες
τόσο περισσότερο ξεχνούσες.
Να μ’ αγαπήσεις.

—————————————————

Η αλλαγή των εποχών πάντοτε φάνταζε
σαν διαβατήριο μιας κάποιας λύτρωσης.
Σαν εισιτήριο μιας κάποιας φυγής.
Μη φύγεις.

Τα πουλιά δεν σταματούν ποτέ να τραγουδούν
τους σπασμούς του παραδείσου,
ακόμη κι όταν πετούν πάνω απ’ την κόλαση.

—————————————————


Τι κι αν στον καθρέφτη της ζωής σου
ήμουν μόνο μια σκιά.
Τις νύχτες χόρευες μαζί της τα όνειρα σου
και το πρωί σ’ έβρισκε με το χέρι σου
πάνω στο στήθος, στο ύψος της καρδιάς.
Εκεί που πάντα θ’ ανήκω.

—————————————————

Κοιμήσου. Οι έρωτες
δεν πεθαίνουν ποτέ νύχτα.
Πεθαίνουν, όταν πια
δεν υπάρχει άλλη νύχτα.

—————————————————

Κι αν (με) φοβάσαι, κρύψε με
στις πιο σκοτεινές γωνιές του μυαλού σου.
Ίσως τότε καταλάβεις
πόσο φως γεννά η αγάπη.

—————————————————
Εκεί που οι αδύναμοι έρωτες πνίγονται
και οι δυνατοί μαθαίνουν να κολυμπούν.
Εκεί θα με βρεις.
Στις μεγάλες προσδοκίες.









[Mέθεξη](από το υπό έκδοση συλλογικό ποιητικό έργο της βραδιάς Ποίησης γένους θηλυκού στη Θεσσαλονίκη)

Μη μου μιλάς,
για καλοκαίρια που πέρασαν,
φορτωμένα προσδοκίες,
χωρίς ποτέ να βρουν λιμάνι να δέσουν.

Μίλα μου,
για ‘κείνα που οι νύχτες θα σε βρουν
ξαπλωμένο δίπλα μου, ν’ αφαιρείς
τις αποστάσεις απ’ το όνειρο.

Εκείνα που ράθυμα θ’ αγκαλιάσουν μνήμες
ενός έρωτα, που δεν γεννήθηκε ακόμη
κι αχόρταγα θα μετρήσουν
τα βήματα της επιθυμίας.

Τις ώρες που η αλμύρα
γλείφει τα πέλματα μας και η ραστώνη
φιλά τις άκρες των βλεφάρων μας
εσύ, μίλα μου.

Η φωνή σου να ταξιδεύει τον πόθο μου
και να μην ξέρεις, αν το σώμα μου χορεύει
στην αλλαγή των εποχών
ή στην εναλλαγή των αισθήσεων.

Μίλα μου,
για όσα ακόμη δεν ήρθαν
και με δάχτυλά σου
μέτρα στο κορμί μου φθόγγους.

Κι άφησε με εκεί, ξαπλωμένη δίπλα σου
με τα μάτια κλειστά,
χωρίς να ξέρω, αν κάνω έρωτα
με τα δάχτυλα σου ή τη φωνή σου.





Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

~Ζαχαρούλα Βαλαβάνη~

Η Ζαχαρούλα Βαλαβάνη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Εύβοια. Αν και ανατράφηκε συντονισμένα μακριά απο κάθε είδους τέχνη, το μικρόβιο της τέχνης κούμπωσε στο μυαλό της και άρχισε να διεισδύει σε εκείνη του θεάτρου. Απόφοιτος της Δραματικής σχολής του Γεώργιου Αρμένη έχει εργαστεί σε αρκετά τηλεοπτικά κανάλια και σε γνωστές σκηνές του θεάτρου. Στον ελεύθερο χρόνο της ταξιδεύει σε μυρωδιές Ανατολής, γράφει και ψάχνει ανθρώπους ή και ψάχνει ανθρώπους για να γράψει. Μόνιμος γνώμονας αναζήτησης, εγώ μπορώ να είμαι ο εαυτός μου και κανένας άλλος.





























Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

~Έλενα Πολυγένη~

Η Έλενα Πολυγένη γεννήθηκε στην Πάτρα το 1979. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Γράμματα σε μαυροπίνακα (Δωδώνη 2009), Η θλίψη μου είναι μια γυναίκα (poema, 2012) και Η χώρα των παράδοξων πραγμάτων (Το Κεντρί, 2014). Είναι απόφοιτη του εργαστηρίου ποίησης του Ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά και τα σουηδικά και έχουν δημοσιευθεί σε ελληνικά και ξένα περιοδικά. Προσεχώς θα δημοσιευθεί η συλλογή της Τα δευτερόλεπτα των ζωντανών στιγμών από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.






[Αιφνιδιασμός]

Το έργο τέχνης θα σε περιμένει στη γωνία
με μια σφαίρα πίσω απ’ το μάτι του
τότε θα είναι επικίνδυνο να
το κοιτάξεις, γιατί
ξέρεις καλά πως επάνω του κρέμεται
η γύμνια σου, η απαρχή της καταδίκης
ολόκληρου του κόσμου
κι ένα μικρό σαπισμένο
καραβάκι
που θα μπορούσε να το λένε
Έρωτα.


{Η θλίψη μου είναι μια γυναίκα , (.poema..), 2012}




[Σφαγείο]

Κόρη, γιατί το βλέμμα σου
πέφτει και σπάει;
Δε γνώριζες για τα σιδερένια χέρια
του κρεβατιού;
Μόλυνες την ανάσα σου με λέξεις
που ξέχασες, ξέχασες τ’ άλλο πρωί.
Έλαμπε το δέρμα σου αλλόκοτα,
σπαραχτικά
καθώς πάσχιζε να ελευθερωθεί.
Τώρα, γιατί τρέμει η ματιά σου;

Η οθόνη σε περιμένει.
Θα πετάξει το κόκκινο κρέας
μπροστά σου
ολοζώντανο
κατασπαραγμένο
ζωάκι που έκλαιγε
και
έτρεχε
μες στο σκοτάδι.

(Ο φαλλός του ουρανού
κορόιδευε ανελέητα
μην έχοντας όρεξη πια
να το δαμάσει.)









[Προσκλήσεις]



Κι όταν ήταν πολλοί, κι όταν ήταν λίγοι,
πάλι κάτι μέσα τους με πλήγωνε.

Η φαντασία μου σαν λύρα
χωρίς ελπίδα για τα δάχτυλα.

Τους είχα πει, ότι τα παραμιλητά
αδειάζουν τον κόσμο από μέσα
διασείοντας τη λογική.

Όμως τα πλάσματα της λύπης, τα δάκρυα,
με αιφνιδίασαν στις επάλξεις.

Κι εκείνο το φτερωτό χαμόγελο
που λικνιζόταν νεκρό και μου έγνεφε
ήταν μια τελειωτική κίνηση.


{Η Χώρα των παράδοξων πραγμάτων, Το Κεντρί, 2014}





[Τραγούδια ακινησίας]

Το παιδί δε μεγαλώνει.
Ξέμεινε μέσα στην τσέπη του παλτού μας.
Ψάχνει κέρματα
και ξεχασμένες τσίχλες.
Είναι πρωί¨ είναι βράδυ¨ το παιδί
δε γνωρίζει¨ είναι μικρό
και το κρεβάτι κείτεται από πάνω του.

Μπλέκεται σε μιας ρόδας τις ακτίνες
καθώς το κυλώ στην παραλία.
Η θάλασσα καθρεφτίζει την πλήξη του
τα βότσαλα σκοτώνονται ένα -ένα.

Αν είναι κορίτσι, θα πρέπει να το ντύσουμε
πριγκίπισσα στις απόκριες¨ ή μπαλαρίνα.
Να το χτενίσουμε αργά, αρχίζοντας
από τις άκρες¨ για ψώνια να το πάμε
κουνώντας το υπνωτιστικά
μέσα σε μία τσάντα σούπερ μάρκετ¨
σα ρούχο υπάκουο να το φορέσουμε
στην περηφάνεια μας, με ορμή να το
πετάξουμε
επάνω στα σκαλιά της εκκλησίας.

Το παιδί μίκρυνε, μίκρυνε πολύ.
Πήρε τις διαστάσεις οδοντογλυφίδας.
Αλλά δεν είναι αιχμηρό¨ δεν έχει άκρες.
Μετά βίας στέκεται ανάμεσα στα δάχτυλα.
Το πρόσωπό του είναι γερασμένο.

Το παιδί είναι μάλλον κορίτσι.
Χαμογελάει¨ λέει τραγούδια.
Η καρδιά του πάλλεται στη φούχτα μου
σαν ένα παλιό, φτηνό τρανζιστοράκι.







[Σκόνη]

Και οι εικόνες
και οι φωνές
σύνορα σχεδιάζουν
ανάμεσα στα χέρια.

Μακριά τώρα, μακριά
περνώντας από τη μεριά
των σφραγισμένων τοίχων.

Πόσο πολύ
διψάει το βλέμμα
συνωστίζοντας την
έρημο.

Απλώνεται νύχτα
μέσα στα φύλλα
που κάποτε ζητούσα να
με χαϊδέψουν.

Άνοιγα το παράθυρο
χαιρετούσα

τα δάχτυλά μου ήταν σκόνη
που σάλευε ανεξήγητα.





[Επιπτώσεις]

Η μουσική αυτή βαθαίνει
τη μυστική μας νύχτα.
Οι ειδήσεις λένε
κάπου μακριά γίνεται πόλεμος
ένας πλανήτης συστέλλεται
εκρήξεις σωματιδίων
τ’ αστέρια δε ζούνε πια, το φως τους
ζει ακόμα, αλλά κι αυτό θα πεθάνει.

Είπες: “πώς περνάς τα βράδια σου;”
και είπα: ”τα συνηθισμένα”.
Σε ακολούθησα στο μοτέλ
με τα χρωματιστά φωτάκια
που αναβόσβηναν, σα να μετρούσαν
τα δευτερόλεπτα
των ζωντανών στιγμών.

Παράξενα ηχούν όλα που
υπάρχουν
σα να ‘χουν έρθει από μια χώρα
άγνωστη,
που δεν την ξέρουνε, ή που έχουν πια
ξεχάσει.


{Από την υπό έκδοση συλλογή Τα δευτερόλεπτα των ζωντανών στιγμών, Γαβριηλίδης 2017}


Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

~Γιώργος Σαράτσης~

Ο Γιώργος Σαράτσης κατάγεται από την Ελασσόνα. Ασκεί και ασκείται ως γυμναστής. Αγαπά την επικούρεια θεώρηση, το καλό ραδιόφωνο και τους συνηθισμένους ανθρώπους. Είναι συνεργάτης του περιοδικού και των εκδόσεων «Θράκα», διαχειριστής του ηλεκτρονικού φύλλου επιλεγμένης λογοτεχνίας «Φτερά Χήνας» (fteraxinasmag.wordpress.com) και του προσωπικού ιστολογίου «Αποτύπωμα» (apotypoma.blogspot.com). Συμμετέχει στα ελευθεριακά φύλλα «Ποιητές Χωρίς Ποιήματα» και «Αποσύνδεση». Προ ετών επιχείρησε την πρώτη εκδοτική του προσπάθεια στις αθηναϊκές εκδόσεις «Φαρφουλάς».







[άτιτλο]

ν’ αντέχεις πανικούς
ιδέες καλομαθημένες
πληγές αμόλυντες
τον ήσυχο της απέναντι πόρτας
τον μέσο όρο

ν’ αντέχεις
μ’ οργή
και συγκατάβαση





[Σαν κατανόηση]

Ό,τι μας αποδοκιμάζει
μόνο αυτό υπάρχει –
το χρώμα της Σελήνης
τα λόγια των ποιητών
η μοναξιά στο κάθε μας βήμα
Αυτός ο Αύγουστος ηρεμία
μες στην ταραχή
ανατριχίλα σαν κατανόηση
για ‘κείνο που πάντα ήμασταν
Ο Λέοναρντ Κοέν
ο θερμός αέρας του ανεμιστήρα
ο ήχος των αυτοκινήτων στην παλαιά εθνική
Η φιλοσοφία του μεσημεριού
σ’ ένα πιάτο φρέσκα φασολάκια
με λίγο ψωμί βουτηγμένο στο λάδι
Κάθε νύχτα ένας τόπος απόλαυσης
και μαρτυρίου
Κάθε νύχτα πιο κοντά στο μυστήριο
πιο κοντά στο αόριστο
Μακρύτερα απ’ όλους







[Παραμεθόριος]

έτσι μοιάζουν τα πρόσωπα που έχουν πολλή ψυχή
βουρκωμένα
Γιώργος Χειμωνάς

ο Ρενουάρ στη Θράκη
λίγα χιλιόμετρα απ’ τα ελληνοβουλγαρικά
άντρας μεσαίου αναστήματος με σκουρόχρωμα μάτια
και αραιά μαλλιά
παραδομένος πριν παραδοθεί
στον ύπνο
ασυνάρτητες αβροφροσύνες
δρόμοι ύστερης εφηβείας
και βάρος –
όλο το βάρος της ύπαρξης
στην πλάτη του

χειμώνας στην παραμεθόριο
σχεδόν δεκαετία –
σ’ αυτόν τον τόπο κρατάς
ό,τι δεν σου χρειάζεται
λαϊκές ορχήστρες λαϊκές κουζίνες
λαϊκές κουβέντες
μια κουβέντα μόνο να πεις
μόνο

ότι υπήρξες






[Παλμοί διαμαρτυρίας]

[Έστω.
Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου]

Αδιόρατες φωλιές
σε σάρκα και τρίχωμα
δάχτυλα δαγκάνες
κάτοπτρα μάτια
μαστροπείες χωρίς διεξόδους
Ο άντρας γίνεται όνειρο
θυσιάζεται
φορώντας κόκκινη κορδέλα
στον καρπό
και στην καρδιά παλμοί
διαμαρτυρίας

Να γέρνεις από φόβο
και ο καιρός
να φεύγει αέρας
μακριά σου







[Ακροβασίες]

στον Γιάννη

κάτω απ’ τα βήματα
μικρές ακροβασίες

κάποιος θόρυβος
μπορεί κι έντονο φως
άγνωστοι που έγιναν φίλοι
με γλώσσα κρυμμένη
πίσω από δόντια

ό,τι κάποτε υπήρξαμε
πήρε σάρκα απ’ τη σάρκα μας
και μας εγκατέλειψε






[Χωρίς αντιξοότητες]

κάποιο απόγευμα
δεν θα ‘χει τίποτα να δεις η tv
θα πέφτει αργά το φως
δεν θα σε νοιάζει

κάποιο απόγευμα
θα ξαπλώσεις στο πάτωμα
με δυο λευκές γάτες
θα νιαουρίζεις
θα ανασηκώνεις τη ράχη
δεν θα λυπάσαι
για όσα ποτέ δεν έμαθες

θα παίζει Billie Holiday
I´ll be seeing you
απτα ηχεία
και μέσα βαθειά
μια ηρεμία άοσμη
σαν έρωτας
χωρίς αντιξοότητες






[Χούφτα άνθρωπος]

ο καναπές μικρός
ίσα που χωρούσα
με πόδια λυγισμένα
η κουβέρτα να σκεπάζει
όπως όπως
το σώμα
και τα όνειρα φευγάτα
γιατί πέρασε
ο καιρός
των προσδοκιών –
το πρωί
θα με βρει μια χούφτα
άνθρωπο
ν’ αναγεννιέμαι
μόνος
πάνω στο άτσαλο
στρώμα






δός Αιόλου]

προς την ολοκλήρωση
φορώντας άμφια
και σκουριασμένα πατούμενα
νηστικός δαίμονας
διάτρητος από βότκα
και σκάγια διασποράς
ψάχνω νερό
βρύση που στάζει
νυχτοκάματο αξίας
ενός λάιτ γιαουρτιού
κοιλιά που γουργουρίζει
κάθε νύχτα
βαδίζω

τί να πω;






[Ολιγόστιχα]

πληγωμένο χαρτί στην πίσω τσέπη –
απ’ όσα έγραψες τηρήθηκε μόνο η σιωπή
κι αυτήν με δόσεις

***

η φυλακή μετριέται με τους πήχεις
και ’συ μελαγχολείς για το σκασιαρχείο που δεν έκανες

***
η αλήθεια είναι το σώμα
που ποτέ δεν θ’ αποκτήσουμε

***

κακομεταχείριση
διαταραχής
σαν απεργία πείνας

***

κατηγορηματικά κενός
απαρχαιωμένος
μ’ ένα φιλί
για όλους τους σκλαβωμένους

***

σώμα αντίχριστο
κακόβουλο βλέμμα –
ποια προσευχή να πεις να ηρεμήσεις;

***

ω, ατέλειωτες βόλτες χωρίς τρόμο
καρδιακή προσβολή
μετά από χρόνια αναπόφευκτης έντασης