Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

~Δημήτρης Γκιούλος~

Γεννήθηκε το καλοκαίρι του Όργουελ, πρόωρα. 
Μεγάλωσε στην Άμφισσα και ζει στην Πάτρα όπου και δεν τελείωσε το μαθηματικό. 
Σπούδασε μετάφραση, έχει γράψει 3 βιβλία μονάχος {εκδόσεις  Χαραμάδα},  ενώ μόλις κυκλοφόρησε ο ποιητικός του διάλογος Αντάρτικο²  (εκδόσεις Κουρσάλ, Δεκέμβρης 2016), με τον Κωνσταντίνο Παπαπρίλη-Πανάτσα. 
Θα τον βρείτε στο ΤΕΦΛΟΝ, στο yris.gr και αλλού. 
Δηλώνει προλετάριος του 21ου αιώνα.












Οι θεσμοί, η "σαβούρα των επινοημάτων" όπως έλεγε ο Πεσσόα, είχαν αναγκάσει την αγάπη να μετατραπεί στον μεγαλύτερο φυγά των σύγχρονων κοινωνιών. Ενός συστήματος στο οποίο τα ρολόγια χτυπάνε γρηγορότερα από ποτέ και που τα τρένα έχουν συνεχόμενα δρομολόγια. Από νωρίς. Από μικρά παιδιά. Κάποια που είχαν το θράσος να ονειρευτούν κατέληγαν με μια σφαίρα στο κορμί. Ένας μπόμπιρας, με γκρίζα από το άγχος μαλλιά, του σφύριξε μια αλήθεια. "Παλιά δίναμε εξετάσεις με φόβο μήπως δεν μπούμε στη σχολή που θέλαμε. Τώρα δίνουμε εξετάσεις με φόβο μη και δεν βρούμε δουλειά".
Ψάχνοντας για την αγάπη ανακάλυψε πως έλειπε και η ευτυχία, η χαρά και η όρεξη για ζωή. Οι επιθυμίες μας έγιναν βιτρίνες καταστημάτων και η ευτυχία μας πουλιέται στα δελτία των 8. Χάθηκαν όλες οι ελευθερίες μας όταν χάθηκε η ελευθερία της επιθυμίας. Κάναμε το σώμα μας νεκροταφείο κατασκευασμένων αναγκών, χαραμίζοντας το σήμερα για αυτό το γαμημένο αύριο που ποτέ δεν θα έρθει. Πουλήσαμε την αγάπη αγοράζοντας sex...

{ "Δι Άρλεκιν Πάροντι", Χαραμάδα 2011 }






«Τα πράγματα από όπου κι αν τα πιάσει κανείς μόνο χειρότερα μπορούν να χαρακτηριστούν, και μεις δώσαμε έτσι αβίαστα “το καλό μας” σ’ αυτούς που το ήθελαν. Τώρα που με φρίκη καταλαβαίνουμε πως ο εφιάλτης είναι κάτι που ζούμε κι όχι κάτι από το οποίο ξυπνάμε, μένει μόνο να παλέψουμε για να πάρουμε πίσω όλα όσα χάσαμε κι ακόμα περισσότερο. Όλα. Τα λέμε εκεί έξω…»

{ "12 ΚΑΡΕ", Ο κήπος με τις λέξεις 2012 }












Γεννήθηκες, ναι, αστική οικογένεια, ναι, βόρεια προάστια, ναι, τρεις ξένες γλώσσες, φυσικά, χορό, ιδιωτικό δημοτικό, μεγάλη προσαρμοστικότητα, γυμνάσιο, ωπ! Δημόσιο γυμνάσιο, οικονομικά προβλήματα πατέρα, κέρατο μητέρας στον πατέρα, κουμπάρος, μικρό πουλί, μεγάλο πορτοφόλι αν θυμάμαι καλά, έτσι ψιθυρίζονταν εκείνο τον καιρό. Αλλά ξεφύγαμε, δημόσιο γυμνάσιο, επαφή με άλλους ανθρώπους, διαφορετικούς. Εκεί άρχισες να κλείνεσαι στον εαυτό σου, εκεί είδες πόσο σου άρεσε να υψώνεις τοίχους. Και ήσουν καλή σε αυτό. Είναι κάτι τέτοιες στιγμές που καταλαβαίνω πως η αθωότητα δεν είναι κόσμημα που γεννιόμαστε μαζί του και κάποια στιγμή χάνεται. Στην πραγματικότητα, καταναλώνεται, τελειώνει και συνήθως γρήγορα. Δες το σαν ένα μήλο, ξέρεις, σαν κι αυτό των πρωτόπλαστων, μόνο που κάθε του δαγκωνιά δηλητηριάζει κι από λίγο το παιδί που κρύβουμε μέσα μας, ε, κι αν μπορείς να δώσεις δύο χαρακτηριστικά στην εποχή μας, είναι η ακόρεστη λαιμαργία μας και η δίψα μας για αίμα. Ακόμα και για το δικό μας.

{ "Ο τροχός της Τύχης", Χαραμάδα 2015 }











Χωρίς ιερά,
χωρίς όσια,
απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη ωστόσο,
θα ‘χω κάθε απάντηση
για τις ερωτήσεις σου.
Ένα χορό,
από ψυχές βασανισμένες,
να κυλά την τραγωδία σου,
μπας και φτάσεις
στην κάθαρση.
Μπας και βγεις μαζί μου στο βουνό
να ουρλιάξουμε.
Μπας και μπούμε μαζί, Δεκέμβρη, στην Αθήνα.
Μπας και πάψουν τα γιατί,
τα όπλα μας ν’ αδειάζουν.
Μπας και δεν με προδώσεις σαν το κόμμα.
Μπας κι ασφαλίσω την καρδιά μου
μη σκάσει.
Τσάμπα τόσα μαθήματα που σας έκανα.
Τίποτα δεν έμαθα.

Αντάρτικο² , εκδόσεις Κουρσάλ, Δεκέμβρης 2016 }

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

~Το υπόγειο, Βάσω Χριστοδούλου~

Ζω σ’ ένα υπόγειο στο κέντρο. 
Είμαι μερικά μέτρα κάτω απ’ τη γη,
κι έτσι κάνει για μένα πάντα κρύο.
Το παράθυρό μου, ένα και 
τετράγωνο. 
Να μου θυμίζει τις τέσσερις γωνίες
των ανθρώπων… τη σκέψη, την ελπίδα, 
το φόβο και το ανείπωτο.
Δεν έχω έπιπλα. 
Τι να τα κάνω; 
Αφού δεν έχω και τίποτα να ακουμπήσω
πάνω τους.
Το έπιπλο, είναι για να επιπλέει
στο άδειο, να το σώζει απ’ την ανυπαρξία.
Δεν έχω κουρτίνες. 
Πού θα τις κρεμούσα άλλωστε; 
Τα κουρτινόξυλα ‘γίναν ξυλοπόδαρα, 
να φτάνω στο παράθυρο.
Πολλά τελικά τα μέτρα 
κάτω απ’ τη γη.
Δεν έχω πόρτα,
κι ούτε μέρος να σταθώ
στην πρώτη δόνηση.
Είμαι καλά κι ας μην έχω.
Όλο το υπόγειο,
όλο κι όλο ένα δωμάτιο. 
Τεράστιο φαντάζει τις Δευτέρες. 
Τις Κυριακές μικραίνει.
Δεν έχω παράπονο. 
Αν είχα, θα ήμουν αγνώμων. 
Εγώ όμως ξέρω.
Ζω… 
Σ’ ένα υπόγειο στο κέντρο.




Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

~Λουκάς Λιάκος~




Ο Λουκάς Λιάκος είναι βιομηχανικός εργάτης, πατέρας 

τριών παιδιών. Γεννήθηκε στη Λειβαδιά και ζει στην 

Αθήνα. Το 2011 εκδόθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή 

"Στο Δεύτερο Κόσμο η Μοίρα" από τις εκδόσεις Ενδυμίων. 

Αρχές του 2015 στο περιοδικό τέχνης "Straw Dogs" 

φιλοξενήθηκε "η συντριβή των λουλουδιών, το τραχύ 

τοπίο", 14 ανέκδοτα ποιήματα σε ροή. Την ίδια χρονιά 

συμμετείχε στο φεστιβάλ νέων λογοτεχνών (ΔΕΘΒ), 

προτεινόμενος από τις εκδ όσεις bibliotheque. Δημοσιεύει 

κείμενα σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Η 

"Στροφορμή" εκδόθηκε τον Μάϊο του 2016 και πάλι από 

τις εκδόσεις Straw Dogs.













σελ. 13
[...]

Πρέπει να σε σκεφτώ αγάπη μου. Και από την πόρτα και από το
σημείο που βγάζεις τα παπούτσια σου πρέπει να σε σκέφτομαι.
Πρέπει να σκέφτομαι πως τα μαλλιά σου μεγαλώνουν
γρήγορα λόγω έλλειψης ύπνου. Κλείσε την πόρτα αθόρυβα,
άραγε θα ξαναβρεθούμε; Απροσδιοριστία. Έλλειψη πίστης.
Μια νέα εξουσία ταυτόχρονη, γεμάτη φραγμένες αρτηρίες και
αιφνιδιασμούς.

Όμως εγώ σ’ έχω μες στην κοιλιά μου
κι ο παράδεισος κλείνεται για άλλο ένα βράδυ.

Αδυσώπητα με ξυπνούν χαράματα οι βελόνες και τα προνόμια,
η ταχύτητα των διακοσίων χιλιομέτρων, η ασυγκράτητη πείνα,
η ομαδική τρέλα.

Και σε μεταλαβαίνω και λέω θαύμα, πιστεύω, δεν πιστεύω.








σελ. 19
[...]

Πέρασαν χρόνια, πέρασε και το κρίμα ως τυχαίο γεγονός. Οι λέξεις
σου συνέχισαν να ακούγονται, να κουμπώνουν ζεστά στα βλέφαρα,
έσκαβαν στο δέρμα μου, με διέσχιζαν.

Έλεγες πως
είμαστε άλογα που επιταχύνουν
εμπρός σε ακίδες και περιορισμούς
και σπουργίτια που τρέμουν
από μια σύντομη διαμονή
σ’ αυτό το άνοιγμα κρύου και ψύξης.

Έλα με λόγια, όχι με σιωπή. Συνέχισε να φτιάχνεις τις φωλιές σου
που ‘ναι πτερύγια, μπρος στην αφαίρεση της ψυχής μου.
Τώρα ξέρεις, υπάρχουν αυτοί οι χώροι, αυτοί οι πίνακες οδηγούν









σελ. 27-28
[...]
Γεωγραφία απλών ονομάτων

Κάποτε ο τρόμος προκαλεί να ‘σαι σαράντα χρονών κι ο ήλιος να είναι πίσω σου και να περνάει χωρίς ενθουσιασμό από τις κούφιες γειτονιές στο Παρίσι στο Μοντεβιδέο στην Κουάλα Λουμπούρ να σε έχει συνεπάρει ο ρόλος του το να μην έχει προορισμό όπως εσύ γεμάτες σελίδες πτώματα παντογνώστες εσύ έψαξες για τα πρόσωπά τους εσύ ως συγγραφέας για να τους πετάξεις στο λάκκο σ’ αυτό το ευτύχημα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στην καρδιά του φαραγγιού επτά χρόνια μετά την καταστροφική πυρκαγιά του Ξ από νωρίς το πρωί έως αργά το βράδυ εσύ πια το αγκάθι κι αυτό δεν είναι προσποιητό να διαλέγουν την αγωνία και τη γιατρειά ένα βήμα από το Ξ να μην παραμένουν στη θέση τους εσύ να τους λες θέλω να φτάσω ψάχνοντας για τη σκέψη πως δεν έχω τίποτα να κάνω να τους λες δεν μ’ αρέσει αυτή η ώρα αυτή η στιγμή εσείς δεν μ’ αρέσετε εσείς κι η πόλη όπως έχει χτιστεί δεν μ’ αρέσει και ξέρεις πως θα προσβληθούν γιατί αυτή είναι η ντροπή που μάχονται έντονα όταν λένε να ο αιώνιος φίλος μας είναι σπουδαίο να μας περιγράφει σαν τα λεμόνια μες στη ζέστη και εσύ να κλαις κλαίω-κλαίω μπρος στα ανοιχτά σας στόματα και τους χρειάζεται να νιώσουν τους χρειάζεται να σωθούν μα χαμήλωσαν τα μάτια χαμήλωσαν το κεφάλι και έραψαν φύλλα συκής και εκρύβην

Γιατί όλα σκιρτήματα που μπαίνουν στην άκρη
Ο άνθρωπος μάζα, ο άνθρωπος τελετουργία
Πανηγυρικό μυστήριο θλίψης
τα άδεια του χέρια·
τα τραγούδια του άδεια
κι ο σταυρός απερίγραπτος.

Είμαι ευτυχισμένος πλημμυρίζοντας το σκοτάδι
κλαίγοντας που μπόρεσα να καταλάβω μια πραγματική συντριβή.

Τι είναι ορθό και πρέπον;
ο Βίος κατ’ επιθυμίαν
σε μια αίθουσα αναμονής
κι η ποίηση
να ζητά απαντήσεις:

Ποιος θα σε αγαπήσει;
Γιατί δε συμβιβάζεσαι ούτε με τη ζωή
ούτε και με το θάνατο;









σελ. 68-69
[...]
Κατά Λουκάν, ο φόνος

Καὶ εἶπε Κάϊν πρὸς ῎Αβελ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ
Μετά την έξωσή μας ας πάμε στον αγρό
Καὶ εἶπε ῎Αβελ πρὸς Κάϊν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ
Ένα λουλούδι δεν νοιάζεται τόσο πολύ
Καὶ πάλιν εἶπε Κάϊν πρὸς ῎Αβελ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ
Μιλώντας, η εκπνοή ματαιότητα
Καὶ πάλιν εἶπε ῎Αβελ πρὸς Κάϊν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ
Πάντα ξέρεις την άλλη σημασία των λέξεων. Όλα συμβαίνουν
στο αγαπημένο μας μέρος. Άσε με να σε ευχαριστήσω παράξενα
κι ανάσκελα ακουμπισμένος όπως, οι έμμονες ιδέες βιάζομαι κι η
συνομιλία μας βάρβαρη. Γιατί με σκοτώνεις;
Καὶ ξανά εἶπε Κάϊν πρὸς ῎Αβελ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ
Με νύχτες με μέρες οι λέξεις αγιάζουνε σε νόημα άλλο. Σαν
τελευταία αναπνοή καίει η φωτιά. Χορεύουμε κολλητά, το μαχαίρι
σφαγιάζει και πάντα πονάω. Κανένα έλεος.
Καὶ ἐγένετο. Καὶ ἐλυπήθη Κάϊν λίαν καὶ συνέπεσε τῷ προσώπῳ
αὐτοῦ καὶ εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς τῷ Κάϊν, ἵνα τί περίλυπος ἐγένου, καὶ
ἵνα τί συνέπεσε τὸ πρόσωπόν σου;
Καὶ εἶπε Κάϊν πρὸς Κύριον τὸν Θεόν
Μείζων ἡ αἰτία τοῦ ἀφεθῆναί με·
γιατί γεννήθηκα· σαν ασκὶ στην παγωνιά
γιατί είμαι νέος και καταφρονεμένος
κι η θύμησή μου χάνεται
με ταχύτητα στην όμορφη νύχτα
εικόνα της ανείπωτης δόξας Σου
δικός Σου είμαι Κύριε
και φέρω τα σημάδια της αμαρτίας
να ο δυνατός να και τα πεθαμένα.
Ανάπαυσον!
Καὶ ἔθετο Κύριος ὁ Θεὸς σημεῖον τῷ Κάϊν καὶ εἶπε
Λίγοι οι τύρρανοι για τόσα θύματα
να τριγυρνάς μες στους καπνούς
μια ολόγυμνη καμπύλη
σαν ήχος
βέβηλος
Καὶ εἶπε πάλιν Κύριος ὁ Θεὸς τῷ Κάϊν
τότε καί τώρα καί ἐκ τῆς
χειρός σου, να αυξηθεί
το ζώο
η νύχτα
η γύμνια
το μηδενικό

οπωσδήποτε

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

~Sarah Kane~


"Δε θεωρώ τα έργα μου καταθλιπτικά, ούτε πιστεύω ότι τους λείπει η ελπίδα. Βέβαια, ας μην ξεχνάμε ότι το αγαπημένο μου συγκρότημα είναι οι Joy Division, γιατί τα τραγούδια τους με ανεβάζουν. Δεν υπάρχει τίποτα πιο αισιόδοξο, πιο ελπιδοφόρο από το να δημιουργείς κάτι όμορφο, για την απελπισία ή μέσα από την απελπισία.’’

Η Sarah Kane είναι 28 χρόνων, όταν βρίσκεται κρεμασμένη ( με τα κορδόνια των παπουτσιών της) στην ψυχιατρική κλινική όπου νοσηλευόταν, μετά την πρώτη αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας της, το ιδιόχειρο σημείωμα γράφει: «με σκότωσα». Σοκαριστική μέχρι το τέλος εξηγεί: «Δεν έχω επιθυμία θανάτου, κανείς αυτόχειρας ποτέ δεν είχε. Το κακόβουλο πνεύμα της ηθικής των πολλών, όμως, δεν αφήνει και πολλά περιθώρια.»







Η ζωή της ξεκινά στην Αγγλία στις 3 Φεβρουαρίου του 1971. Θέλει να γίνει ποιήτρια αλλά θεωρεί ότι δεν μπορεί να εκφραστεί όπως επιθυμεί και επιλέγει το θέατρο, την πιο υπαρξιακή τέχνη. Γνήσια εκπρόσωπος του in-yer-face-theatre, το λεγόμενο «στα μούτρα θέατρο». Τα θεατρικά της έργα προκαλούν φρίκη και αηδία στο κοινό. Η οργή και οι οξύτατες κριτικές την αφήνουν παγερά αδιάφορη. Στη σύντομη καριέρα της γράφει 5 έργα: Blasted, Phaedras love, Cleansed, Crave, 4.48 Psychosis.








«Και να ξεχνάω ποια είμαι.
Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί και κάπως με κάποιο τρόπο, να σου εκφράζω έστω και λίγο
τον ακάθεκτο
τον ακατάλυτο
τον ακατάσβεστο
τον μεταρσιωτικό
τον ψυχαναλυτικό
τον άνευ όρων
τον τα πάντα πληρούντα
τον δίχως τέλος και δίχως αρχή
έρωτά μου για σένα.»
(απόσπασμα από το Λαχταρώ, μετάφραση Τζένη Μαστοράκη)


















Ένα ταλαντούχο μυαλό, ελεύθερο, επαναστατικό. Ένας χαρακτήρας αντιφατικός που

 προσπαθεί να αναπνεύσει νομίζοντας ότι αυτοκαθορίζεται.

Γεννημένη σε λάθος εποχή και λάθος σώμα, σ’ ένα κόσμο που « όλα περνούν, όλα 

φθείρονται, όλα ξεθυμαίνουν.»

Το τελευταίο της έργο, «Ψύχωση 4.48», βαφτίζεται από την ώρα κατά την οποία οι ειδικοί

 λένε ότι έχουν σημειωθεί οι περισσότερες αυτοκτονίες. 

Εκδίδεται και παρουσιάζεται επί σκηνής ένα χρόνο μετά το θάνατό της.

 Ένας εαυτός κατακερματισμένος, ένα ψυχολογικό παραλήρημα μιας γυναίκας πριν την

 αυτοκτονία. Η απόλυτη παραίτηση, ένα βουβό κι όμως τόσο εκκωφαντικό πένθος, ενοχές

 και αυτοτιμωρία υπό τον ήχο της ανάσας του εραστή. Μοναξιά, φόβος, παρενέργειες

φαρμάκων, βασανιστική η αρρώστια την έχει κερδίσει κατά κράτος.

«Στις 4.48

όταν κάνει επιδρομή η κατάθλιψη

θα κρεμαστώ

στον ήχο της ανάσας του εραστή μου

Δεν θέλω να πεθάνω


Έχω τόσο αποκαρδιωθεί από το δεδομένο της θνητότητάς μου που έχω αποφασίσει να 

αυτοκτονήσω.»








{οι Tindersticks για τη Sarah Kane}