Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

~Έφη Καλογεροπούλου~

Η Έφη Καλογεροπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα .
Είναι πτυχιούχος του Φυσικού τμήματος του Παν/μίου Αθηνών 
και του Τμήματος Θεατρικών σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής Αθήνας.
Συνεργάτης θεατρολόγος και βοηθός σκηνοθέτη στις παραστάσεις:
«Huis Clos – Κεκλεισμένων των Θυρών» (2002-2003), «Leonce und Lena» (2004-2006) και «Tο σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα» (2008-2010) στο θέατρο-εργαστήριο «Μαύρη σφαίρα» της Τότας Σακελλαρίου.
Ποιήματα της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά και στα Ιταλικά.
Ως θεατρολόγος δημοσιεύει θεατρική κριτική .
Εργάζεται στην εκπαίδευση, και ζει στην Αθήνα.






ποιητικές συλλογές

ΣΚΕΥΗ ΤΑΞΙΔΙΟΥ (2007)
ΗΧΟΣ ΑΠΟ ΝΕΡΟ (2010)
ΑΜΜΟΣ (2013)
ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΡΩΤΑΣ (2015)




Από την συλλογή ΣΚΕΥΗ ΤΑΞΙΔΙΟΥ (εκδ: Ενδυμίων,2007)

έχει καιρό απόψε

κρατήσου γερά φώναξα
ρίχνω σκοινιά απόψε
άγκυρες κατεβάζω στα βαθιά
τη ζωή να δέσω

στρίβω τιμόνι στο κενό

τεχνάσματα αρνούμαι
κράτα γερά
στα ύφαλα χυμάω
τους βυθούς σαρκάζω
στο τίποτα γελάω
κράτα γερά
η νύχτα είναι στα ανοιχτά

παγωμένος ο αέρας
λογχίζει
μέχρι να ξημερώσει
μέχρι να ξημερώσει

καθρέφτες ρίχνω στο νερό
σκοτάδι έχασα να βρω
ψάχνω

κι αυτό πού όνομα δεν έχει
τρομαγμένο σπαρταρά
στην άκρη του καιρού









Από την συλλογή ΗΧΟΣ ΑΠΟ ΝΕΡΟ (εκδ: Ενδυμίων,2010)

Ναυαγοί


Ξεβράστηκαν
στη στεριά της μέρας
κάποιοι κρατώντας κομμάτι νύχτα
και άλλοι θάλασσα
όσοι γλυτώσαν είχαν κιόλας ξεχάσει
οι άλλοι νεκροί ακόμη
μα προπαντός πλυμένοι
στέγνωναν στις πέτρες
ο καιρός δεν τους ξεχώριζε
και αυτοί πού σώθηκαν
και οι άλλοι άφησαν πίσω
τις κομμένες τους ουρές.









Από την συλλογή ΑΜΜΟΣ(εκδ: Μετρονόμος-ποιείν,2013)

(από την πρώτη νύχτα)
Η επίμονη μνήμη κρυμμένη σε τόσα
υλικά περίφραξης
πάσχουσα
δυο τρείς κομμένες λαμαρίνες
σύρματα, γλάστρες σπασμένες,
χώμα νωπό, παγωμένα σίδερα
να ζεσταθεί πασχίζει,χώνεται ανάμεσα
πάσχουσα
ταϊζει τα σκυλιά της εικόνες
μισομαγειρεμένες

Η επίμονη μνήμη περπατά με δυσκολία
ισιώνει τα μαλλιά της με τα χέρια της
μουσκεύει ψωμί το μοιράζει
συλλαβίζοντας ακατάληπτα
στο φράχτη δένει το άλογό της

Η επίμονη μνήμη
πρόσφυγας είναι
σε λάθος πατρίδα
……………………………………………………………
(από την δεύτερη νύχτα)

Κι όταν δεν είχε άλλο να θυμάται πιά
σώπασε
μόνο στην απόληξη του δεξιού χεριού
ένα κομμένο καλώδιο τηλεφώνου
έσταζε φωνές
σε ένα αυτοσχέδιο ποτηράκι από χαρτί
κρωξίματα γλάρων χύνονταν
στο σκοτεινό του χρόνου
οροπέδιο.








Από την συλλογή ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΡΩΤΑΣ/
DESERT AS DESIRE
μτφρ: Γιάννης Γκούμας ,
δίγλωσση έκδοση
(εκδ: μετρονόμος-ποιείν,2015)



Πιο μέσα απ’ το βλέμμα τι;

Φωνή ατίθαση χτύπησε στ’ αυτιά του
σκάλα στριφογυριστή με κουπαστή
φάνηκε στο μυωπικό του μάτι
όλα μικραίνουν, καθώς πέφτουν
τι μένει;

Πιο μέσα απ’ το βλέμμα τι;

Με ακρίβεια ωρολογοποιού –που σφίγγει το κομμένο ελατήριο–
με την τελευταία βιδίτσα που απόμεινε
τράβηξε το τι απ’ την ερώτηση.

Πιο μέσα απ’ το βλέμμα ύλη
ύλη σιωπής,
πρόσθεσε.

Deeper than the look, what?

A wild voice sounded in his ears
a winding stairway with a handrail
appeared in his myopic eye
everything shortens, as they fall
what remains?

Deeper than the look, what?

With the precision of a watchmaker – who presses the cut spring –
with the last-remaining screw
he removed what from the question.

Deeper than the look he added
matter,
silent matter.



……………………………………………………………

Κλωστές νήματα υφάσματα
όλα τα πουλάω
μόνο το κουρελάκι αίμα που ξηλώθηκε
δεν βγάζω στο παζάρι.

Threads yarns fabrics
I’m selling them all
only that torn off shred of blood
isnt for sale.








Aπό ανέκδοτη συλλογή (προδημοσίευση)

με νερό και σκοτάδι

έφευγε ήσυχα
αφήνοντας πίσω του μισάνοιχτη την πόρτα
και το πόμολο ζεστό
απ τις ρωγμές των τοίχων
πέτρες ψιθύριζαν προσευχές
ο ενσαρκωμένος χρόνος σε αρπάζει
και σε πετάει πίσω απ το παράθυρο
του έρωτα
στην ασύνορη άκρη της αγάπης
εκεί
ο φόβος της εγκατάλειψης
έχει την ησυχία του βλέμματος
που έχει τινάξει πριν τη λάσπη του
στον τοίχο
σιωπές στρώνει τώρα
το ανεξάντλητο
απαντήσεις σε ερωτήσεις βουβές
παγίδες χορτασμένων από την απώλεια
εντόμων και την αλαζονεία του θύματος
που θρηνεί
τον εαυτό του
παγίδες
που μόνο το απέραντο ξεπλένει
με νερό και σκοτάδι


***


Titanic bar
χωρίς πίστη, η ελπίδα αλλάζει βλέμμα
ζαρώνει
το αίμα της λιμνάζει
το νερό δεν ξεδιψά
σέρνει απλά τα πόδια του στην άσφαλτο
σκοτάδι ροκανίζει τα υπόλοιπα
πέφτω δίπλα μου τρομάζοντας
τυφλός, άδειος εικόνας
ό,τι τελειώνει ένα πρωί είναι
θάνατος που κοιμίζει γλυκά τα περιστέρια
το μαύρο βάφει
η φωτιά καίει
η μνήμη καίγεται
θα κρατάς πάντα σπίτι σου το χαλασμένο ραδιόφωνο
θα φεύγω πάντα ξημερώματα πατώντας
σε κεραίες τηλεόρασης και σκοτωμένα τσιγάρα
άσπρα
κάτι μυρίζει
οινόπνευμα και μέλι
οι ταξιδιώτες συνήθως
αφήνουν πίσω τους την πόρτα
ανοιχτή






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου