Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

~Χρήστος Αρμάντο Γκέζος~

Ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος γεννήθηκε στη Χιμάρα το 1988 και μεγάλωσε στη Σκάλα Λακωνίας. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αγρονόμων Τοπογράφων Μηχανικών του ΕΜΠ. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή «Ανεκπλήρωτοι Φόβοι» (Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα 2013), το μυθιστόρημα «Η λάσπη» και τη συλλογή διηγημάτων «Τραμπάλα», από τις εκδόσεις Μελάνι. 





ΑΝΕΚΠΛΗΡΩΤΟΙ ΦΟΒΟΙ (Α' ΕΚΔΟΣΗ: ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ 2012, Β΄ ΕΚΔΟΣΗ: ΜΕΛΑΝΙ 2016)



{ο κιτρινολαίμης}



Ας κάνει κάποιος θεός

να προφτάσω τον κιτρινολαίμη.

Ας κάνει να μείνει ζωντανός

κάπου μες στο σύμπαν,

για να ξέρω απλώς ότι υπάρχει

κι ότι αναδεύει το τίποτα με τα φτερά του.

Να με κρατά η προσμονή

μην τύχει κάποτε και τόνε δω

να ξετρυπώνει με το ράμφος του μια νύμφη

απ’ τα σπλάχνα μιας βελανιδιάς.

Ας κάνει κάποιος άνθρωπος

Θεός να υπάρξει,

που θα μου φυλάξει

έναν μοναχά μικρό

κιτρινολαίμη.






{ηδονίζονται}





Με ρωτάνε στο δρόμο οι περαστικοί:

Γιατί κρατάς τα φρύδια σου σφιχτά κατεβασμένα;

Ηδονίζονται να το ακούν:

Για να μην μου βγάλετε τα μάτια.












{χρωμοπληγές}





Το κόκκινο μιας παπαρούνας έσκαψε

τρύπες στον θώρακά μου,

της χλόης το πράσινο

μου άνοιξε το στομάχι.

Εδώ κι εκεί στα πόδια μου

μπαλώματα από σάπιο δέρμα κίτρινο,

να κρύβουν του ήλιου τις δαγκωματιές.

Διάσπαρτη η πλάτη από χάλκινες νυχιές

ξαναμμένων δειλινών του Νοεμβρίου.

Ιώδη εγκαύματα οι παλάμες μου,

τεντώθηκαν να ζεσταθούν

από μια φωτιά, που σιγόκαιγε,

ανεμώνων.

Και το κεφάλι μου,

βομβαρδισμένο απ’ την αναλγησία τ’ ουρανού,

μπλε.

Ένα μπλε μπαλόνι που ονειρεύεται

καρφίτσα.








Η ΛΑΣΠΗ (ΜΕΛΑΝΙ, 2014)

Συχνά έχω την εντύπωση ότι είμαι κομπάρσος σε μια φθηνή κεντροευρωπαϊκή ταινία, ασπρόμαυρη κατά προτίμηση, με σκοτεινή θολή φωτογραφία και άγριους κόκκους στην εικόνα, πιθανότατα δεν υπάρχει κάποιο σάουντρακ παρά μόνο οι ήχοι από τα τακούνια στο πάτωμα και το σκαλοπάτι, οι κόρνες των αυτοκινήτων, τα πλατσουρίσματα από στόματα που πλάθουν πλατς πλατς το ψωμί και το τυρί, κανένα αχ ερωτευμένου ή ετοιμοθάνατου πού και πού, αλλά όχι, τίποτα τίποτα, μόνο το τακ τακ από το φθαρμένο παπούτσι, γιατί στην ταινία αυτή πάντα περπατάω χωρίς να διαδραματίζεται τίποτα άλλο, το κάδρο κεντράρει συνεχώς στα πόδια μου από τη μέση και κάτω να ποδοπατάνε ένα ξεφτισμένο οδόστρωμα, να πέφτουν σε καμιά πλημμυρισμένη λακκούβα, να κατεβαίνουν βουρλίζοντας μια σκάλα πετρόχτιστη από τον προηγούμενο αιώνα, με αποτέλεσμα από κομπάρσος να αναβαθμίζομαι σε πρωταγωνιστή, γιατί το θέμα αυτής της κινηματογραφικής ματαιοπονίας πλέον δεν είναι παρά το δικό μου το περπάτημα, το δικό μου το τρέκλισμα στη μέση ενός άδειου δρόμου με πλάτος τέσσερα μέτρα και εξήντα τρία εκατοστά και εκατέρωθεν αυτού του μηδαμινού διαστήματος ένα χαίνον τίποτα που καραδοκεί λιμασμένο για το πρώτο στραβοπάτημα, αγνοώντας πως με το παραμικρό κροτάλισμα των δαχτύλων μου οι προβολείς θα ανάψουν –κατ– και θα φανερωθεί μια χάρτινη και επίπλαστα φωτισμένη πολιτεία την οποία βαδίζω και ταυτόχρονα σκηνοθετώ από την πίσω μεριά καθισμένος στην πάνινη καρέκλα μου.





ΤΡΑΜΠΑΛΑ (ΜΕΛΑΝΙ, 2016)


Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με γοητεύει περισσότερο, μερικές φορές φαντάζομαι το τρένο σαν μια μεταλλική εκδοχή του βέλους του χρόνου, που τρέχει ολοένα μπροστά, στιβαρά και σίγουρα, χωρίς να νοιάζεται για τον αέρα που σκίζει στα δυο, για τα τούνελ που ξεκοιλιάζει, για ένα σκουλήκι που τυχαίνει να περνάει εκείνη τη στιγμή από τις ράγες και το κάνει κομμάτια. Απλώς τρέχει μπροστά, γιατί αυτό ξέρει να κάνει. Κανένας δεν μπορεί να το αγγίξει ή να του βάλει φρένο, κανένα παιδί να το πιάσει στα χέρια του και να το σηκώσει ψηλά για να το τινάξει λες και θέλει να κυλήσουν από τα παράθυρα οι άνθρωποι που κουβαλάει. Κι ούτε αγχώνεται, γιατί τον δρόμο του τον έχουν φτιάξει άλλοι για εκείνο έτοιμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου