Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

~Έλενα Πολυγένη~

Η Έλενα Πολυγένη γεννήθηκε στην Πάτρα το 1979. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Γράμματα σε μαυροπίνακα (Δωδώνη 2009), Η θλίψη μου είναι μια γυναίκα (poema, 2012) και Η χώρα των παράδοξων πραγμάτων (Το Κεντρί, 2014). Είναι απόφοιτη του εργαστηρίου ποίησης του Ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά και τα σουηδικά και έχουν δημοσιευθεί σε ελληνικά και ξένα περιοδικά. Προσεχώς θα δημοσιευθεί η συλλογή της Τα δευτερόλεπτα των ζωντανών στιγμών από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.






[Αιφνιδιασμός]

Το έργο τέχνης θα σε περιμένει στη γωνία
με μια σφαίρα πίσω απ’ το μάτι του
τότε θα είναι επικίνδυνο να
το κοιτάξεις, γιατί
ξέρεις καλά πως επάνω του κρέμεται
η γύμνια σου, η απαρχή της καταδίκης
ολόκληρου του κόσμου
κι ένα μικρό σαπισμένο
καραβάκι
που θα μπορούσε να το λένε
Έρωτα.


{Η θλίψη μου είναι μια γυναίκα , (.poema..), 2012}




[Σφαγείο]

Κόρη, γιατί το βλέμμα σου
πέφτει και σπάει;
Δε γνώριζες για τα σιδερένια χέρια
του κρεβατιού;
Μόλυνες την ανάσα σου με λέξεις
που ξέχασες, ξέχασες τ’ άλλο πρωί.
Έλαμπε το δέρμα σου αλλόκοτα,
σπαραχτικά
καθώς πάσχιζε να ελευθερωθεί.
Τώρα, γιατί τρέμει η ματιά σου;

Η οθόνη σε περιμένει.
Θα πετάξει το κόκκινο κρέας
μπροστά σου
ολοζώντανο
κατασπαραγμένο
ζωάκι που έκλαιγε
και
έτρεχε
μες στο σκοτάδι.

(Ο φαλλός του ουρανού
κορόιδευε ανελέητα
μην έχοντας όρεξη πια
να το δαμάσει.)









[Προσκλήσεις]



Κι όταν ήταν πολλοί, κι όταν ήταν λίγοι,
πάλι κάτι μέσα τους με πλήγωνε.

Η φαντασία μου σαν λύρα
χωρίς ελπίδα για τα δάχτυλα.

Τους είχα πει, ότι τα παραμιλητά
αδειάζουν τον κόσμο από μέσα
διασείοντας τη λογική.

Όμως τα πλάσματα της λύπης, τα δάκρυα,
με αιφνιδίασαν στις επάλξεις.

Κι εκείνο το φτερωτό χαμόγελο
που λικνιζόταν νεκρό και μου έγνεφε
ήταν μια τελειωτική κίνηση.


{Η Χώρα των παράδοξων πραγμάτων, Το Κεντρί, 2014}





[Τραγούδια ακινησίας]

Το παιδί δε μεγαλώνει.
Ξέμεινε μέσα στην τσέπη του παλτού μας.
Ψάχνει κέρματα
και ξεχασμένες τσίχλες.
Είναι πρωί¨ είναι βράδυ¨ το παιδί
δε γνωρίζει¨ είναι μικρό
και το κρεβάτι κείτεται από πάνω του.

Μπλέκεται σε μιας ρόδας τις ακτίνες
καθώς το κυλώ στην παραλία.
Η θάλασσα καθρεφτίζει την πλήξη του
τα βότσαλα σκοτώνονται ένα -ένα.

Αν είναι κορίτσι, θα πρέπει να το ντύσουμε
πριγκίπισσα στις απόκριες¨ ή μπαλαρίνα.
Να το χτενίσουμε αργά, αρχίζοντας
από τις άκρες¨ για ψώνια να το πάμε
κουνώντας το υπνωτιστικά
μέσα σε μία τσάντα σούπερ μάρκετ¨
σα ρούχο υπάκουο να το φορέσουμε
στην περηφάνεια μας, με ορμή να το
πετάξουμε
επάνω στα σκαλιά της εκκλησίας.

Το παιδί μίκρυνε, μίκρυνε πολύ.
Πήρε τις διαστάσεις οδοντογλυφίδας.
Αλλά δεν είναι αιχμηρό¨ δεν έχει άκρες.
Μετά βίας στέκεται ανάμεσα στα δάχτυλα.
Το πρόσωπό του είναι γερασμένο.

Το παιδί είναι μάλλον κορίτσι.
Χαμογελάει¨ λέει τραγούδια.
Η καρδιά του πάλλεται στη φούχτα μου
σαν ένα παλιό, φτηνό τρανζιστοράκι.







[Σκόνη]

Και οι εικόνες
και οι φωνές
σύνορα σχεδιάζουν
ανάμεσα στα χέρια.

Μακριά τώρα, μακριά
περνώντας από τη μεριά
των σφραγισμένων τοίχων.

Πόσο πολύ
διψάει το βλέμμα
συνωστίζοντας την
έρημο.

Απλώνεται νύχτα
μέσα στα φύλλα
που κάποτε ζητούσα να
με χαϊδέψουν.

Άνοιγα το παράθυρο
χαιρετούσα

τα δάχτυλά μου ήταν σκόνη
που σάλευε ανεξήγητα.





[Επιπτώσεις]

Η μουσική αυτή βαθαίνει
τη μυστική μας νύχτα.
Οι ειδήσεις λένε
κάπου μακριά γίνεται πόλεμος
ένας πλανήτης συστέλλεται
εκρήξεις σωματιδίων
τ’ αστέρια δε ζούνε πια, το φως τους
ζει ακόμα, αλλά κι αυτό θα πεθάνει.

Είπες: “πώς περνάς τα βράδια σου;”
και είπα: ”τα συνηθισμένα”.
Σε ακολούθησα στο μοτέλ
με τα χρωματιστά φωτάκια
που αναβόσβηναν, σα να μετρούσαν
τα δευτερόλεπτα
των ζωντανών στιγμών.

Παράξενα ηχούν όλα που
υπάρχουν
σα να ‘χουν έρθει από μια χώρα
άγνωστη,
που δεν την ξέρουνε, ή που έχουν πια
ξεχάσει.


{Από την υπό έκδοση συλλογή Τα δευτερόλεπτα των ζωντανών στιγμών, Γαβριηλίδης 2017}


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου